Δείτε επίσης: αὐτοκρατορία, αυτοκρατία

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η αυτοκρατορία οι αυτοκρατορίες
      γενική της αυτοκρατορίας των αυτοκρατοριών
    αιτιατική την αυτοκρατορία τις αυτοκρατορίες
     κλητική αυτοκρατορία αυτοκρατορίες
Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αυτοκρατορία < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή αὐτοκρατορία < αὐτοκράτωρ
για τα κράτη αυτοκρατορίας < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική empire
για την οικονομική επιχείρηση < σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική empire[1]

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /a.fto.kɾa.toˈɾi.a/
τυπογραφικός συλλαβισμός: αυ‐το‐κρα‐το‐ρί‐α

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αυτοκρατορία θηλυκό

  1. η εξουσία του αυτοκράτορα
  2. κράτος ή σύνολο κρατών τα οποία υπάγονται στην εξουσία ενός αυτοκράτορα
    ελληνική αυτοκρατορία, κινέζικη αυτοκρατορία, ρωμαϊκή αυτοκρατορία
  3. (μεταφορικά) πολύ μεγάλη οικονομική επιχείρηση

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία