Δείτε επίσης: αυτοκρατία

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η αυτοκρατορία οι αυτοκρατορίες
      γενική της αυτοκρατορίας των αυτοκρατοριών
    αιτιατική την αυτοκρατορία τις αυτοκρατορίες
     κλητική αυτοκρατορία αυτοκρατορίες
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αυτοκρατορία < ελληνιστική αὐτοκρατορία < αὐτοκράτωρ

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /af.tɔ.kɾa.tɔ.ˈɾi.a/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αυτοκρατορία θηλυκό

  1. η εξουσία του αυτοκράτορα
  2. κράτος ή σύνολο κρατών τα οποία υπάγονται στην εξουσία ενός αυτοκράτορα
    ελληνική αυτοκρατορία, κινέζικη αυτοκρατορία, ρωμαϊκή αυτοκρατορία κ.α.

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία