Ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο αρραβώνας οι αρραβώνες
      γενική του αρραβώνα των αρραβώνων
    αιτιατική τον αρραβώνα τους αρραβώνες
     κλητική αρραβώνα αρραβώνες
Κατηγορία όπως «αγώνας» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αρραβώνας < αρχαία ελληνική ἀρραβών

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αρραβώνας αρσενικό

  1. αμοιβαία υπόσχεση γάμου
     συνώνυμα: μνηστεία
  2. (νομικός όρος) χρηματικό ποσό, ή κινητό πράγμα που καταβάλλεται ως προκαταβολή (αποζημίωσης) σε περίπτωση υπαίτιας ματαίωσης κατά την σύναψη μιας συμφωνίας
     συνώνυμα: καπάρο

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία