Άνοιγμα κυρίου μενού

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική αποδεδειγμένος αποδεδειγμένη αποδεδειγμένο
γενική αποδεδειγμένου αποδεδειγμένης αποδεδειγμένου
αιτιατική αποδεδειγμένο αποδεδειγμένη αποδεδειγμένο
κλητική αποδεδειγμένε αποδεδειγμένη αποδεδειγμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αποδεδειγμένοι αποδεδειγμένες αποδεδειγμένα
γενική αποδεδειγμένων αποδεδειγμένων αποδεδειγμένων
αιτιατική αποδεδειγμένους αποδεδειγμένες αποδεδειγμένα
κλητική αποδεδειγμένοι αποδεδειγμένες αποδεδειγμένα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αποδεδειγμένος < αρχαία ελληνική ἀποδεδειγμένος, μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος ἀποδείκνυμι

  ΜετοχήΕπεξεργασία

αποδεδειγμένος, αποδεδειγμένη, αποδεδειγμένο

  • Το θεώρημα δεν είναι αποδεδειγμένο οπότε κόβονται οι μισές μονάδες
  • Η αποδεδειγμένη αλήθεια/αποτελεσματικότητα/αδυναμία πληρωμής
  • Αποδεδειγμένος τύπος (μαθηματικά)
  • συν τω επισκόπω και τοις συν αυτώ πρεσβύτεροις και διακόνοιος αποδεδειγμένοις εν γνώμη Ιησού Χριστού (η εξήγηση βρίσκεται στην παραπομπή)[1]
  • ύπατος αποδεδειγμένος (αφορούσε τους εκλεγμένους υπάτους, οι οποίοι θα ελάμβαναν το αξίωμα του υπάτου μετά από ορισμένο χρονικό διάστημα - στα λατινικά Consul designatus[2])
  • [απ]οδεδειγμένον πρώτον άρχοντα[1]

ΑναφορέςΕπεξεργασία

  1. 1,0 1,1 Ignatius of Antioch and the Second Sophistic: A Study of an Early Christian Transformation of Pagan Culture, Τόμος 36 του Studien und Texte zu Antike und Christentum, ISSN 1436-3003, Allen Brent, εκδ. Mohr Siebeck, 2006, ISBN 316148794X, 9783161487941, σελ. 238(κείμενο και σημείωση 16
  2. A manual of Roman antiquities ... Ninth edition, revised and enlarged, William Ramsay, Charles Griffin & Company, 1873, [https://books.google.gr/books?id=IVDF8V6tTuEC&pg=PA139#v=onepage&q&f=false σελ. 139

  Εναλλακτικές μορφές Επεξεργασία

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία