Ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η ανόρθωση οι ανορθώσεις
      γενική της ανόρθωσης* των ανορθώσεων
    αιτιατική την ανόρθωση τις ανορθώσεις
     κλητική ανόρθωση ανορθώσεις
* παλιότερος λόγιος τύπος, ανορθώσεως
Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ανόρθωση < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀνόρθω(σις) + -ση < αρχαία ελληνική ἀνορθόω / ἀνορθῶ < ἀνά αν- ὀρθόω / ὀρθῶ < ὀρθός

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /aˈnoɾ.θo.si/
τυπογραφικός συλλαβισμός: α‐νόρ‐θω‐ση

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ανόρθωση θηλυκό

  1. η ενέργεια και το αποτέλεσμα του ανορθώνω
  2. (ηλεκτρολογία) η διαδικασία μετατροπής του εναλλασσόμενου ρεύματος σε συνεχές με τη χρήση ενός ανορθωτή

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία