Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική αντίπαλος αντίπαλη αντίπαλο
γενική αντίπαλου αντίπαλης αντίπαλου
αιτιατική αντίπαλο αντίπαλη αντίπαλο
κλητική αντίπαλε αντίπαλη αντίπαλο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αντίπαλοι αντίπαλες αντίπαλα
γενική αντίπαλων αντίπαλων αντίπαλων
αιτιατική αντίπαλους αντίπαλες αντίπαλα
κλητική αντίπαλοι αντίπαλες αντίπαλα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αντίπαλος < αρχαία ελληνική ἀντίπαλος < ἀντί + πάλη

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

αντίπαλος, -η, -ο

  1. που παλεύει με κάποιον, που προσπαθεί να τον νικήσει
  2. ανταγωνιστής
  3. αντίθετος

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αντίπαλος αρσενικό

Πολυλεκτικοί όροιΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία