Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική Εύξεινος Πόντος
γενική Εύξεινου Πόντου
Ευξείνου Πόντου
αιτιατική Εύξεινο Πόντο
κλητική Εύξεινε Πόντε

  Ετυμολογία Επεξεργασία

Εύξεινος Πόντος < αρχαία ελληνική Εὔξεινος Πόντος < εὔξεινος + πόντος < ἄξενος / ἄξεινος < ἀ- + ξένος (στην πραγματικότητα το εὔξεινος / ἄξεινος προέρχεται από την περσική خشین (xašin: βαθύ μπλε, μαύρο) < πρωτοϊρανική *axšaina)

  Πολυλεκτικό κύριο όνομαΕπεξεργασία

Εύξεινος Πόντος αρσενικό

  • (γεωγραφία) εσωτερική θάλασσα μεταξύ της νοτιοανατολικής Ευρώπης και της Μικράς Ασίας. Συνδέεται με τη Μεσόγειο Θάλασσα μέσω του Βοσπόρου και της Θάλασσας του Μαρμαρά, και με τη Θάλασσα του Αζόφ μέσω του Ισθμού του Κερτς.

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

ΣημειώσειςΕπεξεργασία

  • Η ονομασία Εύξεινος Πόντος, δηλαδή Φιλόξενη Θάλασσα, αποτελεί ευφημισμό αντί το αρχικού όρου Ἄξεινος Πόντος (=Αφιλόξενη Θάλασσα), που πρωτοεμφανίζεται το 462 π.Χ. Οι αρχαίοι Έλληνες δανείστηκαν το όνομα από την περσική خشین (xašin: βαθύ μπλε, μαύρο) < πρωτοϊρανική *axšaina, καθώς οι Πέρσες ονόμαζαν τις θάλασσες με κάποιο χρώμα, ανάλογα με το σημείο του ορίζοντα που βρισκόταν: μαύρο για το βορρά, κόκκινο για το νότο, λευκό για τη δύση και πράσινο για την ανατολή. (*)

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία