Δείτε επίσης: αλβανός

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο Αλβανός οι Αλβανοί
      γενική του Αλβανού των Αλβανών
    αιτιατική τον Αλβανό τους Αλβανούς
     κλητική Αλβανέ Αλβανοί
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Κύριο όνομαΕπεξεργασία

Αλβανός αρσενικό (θηλυκό: Αλβανή)

  1. (εθνικά ονόματα) o κάτοικος της Αλβανίας, ο αλβανικής εθνικότητας, ή που έχει την αλβανική υπηκοότητα
  2. ανδρικό επώνυμο
    ※  Ο Ραϋμόνδος Αλβανός γεννήθηκε στην Αθήνα […] και από το 2002 διδάσκει, ως επιστημονικός συνεργάτης, στο τμήμα Ψηφιακών Μέσων και Επικοινωνίας […] του ΤΕΙ Δυτικής Μακεδονίας (από βιογραφικό σημείωμα στη βάση δεδομένων βιβλιοnet· πρόσβαση: 2019-11-19)

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία