Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ɡɹaʊnd/
ήχος 

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ground (en)

  1. αλεσμένος
  2. χερσαίος
  3. βασικός, στοιχειώδης

ΣύνθεταΕπεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

      ενικός         πληθυντικός  
ground grounds

ground (en)

  1. έδαφος
  2. η γείωση
  3. η βάση, ο λόγος

ΣύνθεταΕπεξεργασία

  ΡήμαΕπεξεργασία

ενεστώτας ground
γ΄ ενικό ενεστώτα grounds
αόριστος grounded
παθητική μετοχή grounded
ενεργητική μετοχή grounding

ground (en)

  1. γειώνω
  2. προσαράζω

  Ρηματικός τύποςΕπεξεργασία

ground (en)

  • αόριστος και παθητική μετοχή του ρήματος grind