Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

underground < under + ground

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

underground (en)

  1. υπόγειος, υπεδάφιος
  2. μυστικός, κρυμμένος

  ΡήμαΕπεξεργασία

underground (en)


Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

underground < αγγλική

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

underground (fr) αρσενικό ή θηλυκό άκλιτο

  1. (για καλλιτεχνικά κινήματα) που δεν ανήκει στα συνηθισμένα κυκλώματα παρουσίασης

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ενικός πληθυντικός
underground undergrounds

underground (fr) αρσενικό

  1. (για καλλιτεχνικά κινήματα) δείτε παραπάνω