Δείτε επίσης: απογειώνω

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

υπογειώνω < υπόγειος + -ώνω

  ΡήμαΕπεξεργασία

υπογειώνω (παθητική φωνή: υπογειώνομαι)

  1. (κυριολεκτικά) κάνω κάτι υπόγειο, να βρίσκεται ή να περνά κάτω από το έδαφος
    Τουλάχιστον, ανακατασκευάζοντας τα πεζοδρόμια να υπογειώσουν τις απολήξεις υδρορροών.(*)
  2. (μεταφορικά) κρύβω κάτι, δεν το εκθέτω ξεκάθαρα και απαιτείται προσπάθεια για να ανακαλυφθεί ή να γίνει κατανοητό
    Η ισορροπία αυτή του συνθέματος στηρίζεται στην υπογειωμένη αξιοποίηση του αριθμού επτά ως οργανωτικού άξονα, στις ηχητικές ανταποκρίσεις και τα σταθερά σχήματα επαλληλίας, στην άκρως εκλεπτυσμένη εσωτερική αρμονία των στίχων και των στροφών και, κυρίως, στο σχήμα του κύκλου και της καρκινικού τύπου αριθμητικής δόμησης. (Ευριπίδης Γαραντούδης, Το ερωτικό μπεστ-σέλερ της ελληνικής μοντέρνας ποίησης: το Μονόγραμμα του Ελύτη και η πρόσληψή του)

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία