Ρηματικός τύπος

επεξεργασία

grounded (en)

  1. (αεροπλοΐα, για αεροπόρο ή αεροσκάφος) που δεν επιτρέπεται να πετάξει, καθηλωμένος λόγω εντολής
  2. (ναυσιπλοΐα, για σκάφη θαλάσσης) προσαραγμένος
  3. (ηλεκτρισμός, Καναδάς, ΗΠΑ) γειωμένος, αφορά ηλεκτρικό αγωγό (κι εγκαταστάσεις, συσκευές κτλ.) που είναι συνδεδεμένος με τη γη
  4. (για άνθρωπο, επιθετικό κατηγορούμενο) τιμωρημένος, περιορισμένος να μένει μέσα, συνήθως από έναν γονέα, ως τιμωρία
  5. (για πρόσωπο) γειωμένος, ώριμος, λογικός, με καλά μελετημένες προτεραιότητες, μη ψωνισμένος