Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

προσαράζω < → λείπει η ετυμολογία

<<(για πλοίο) προσκρούω σε βράχια ή καθίζω σε ρηχά νερά>> μεταπλ. τύπος του ελνστ. προσαράσσω <<ρίχνω κάτι πάνω σε κάτι άλλο>>

  ΡήμαΕπεξεργασία

προσαράζω

  1. → λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί)


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία