Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η -φωνία οι -φωνίες
      γενική της -φωνίας των -φωνιών
    αιτιατική τη(ν) -φωνία τις -φωνίες
     κλητική -φωνία -φωνίες
Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

-φωνία < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική -φωνία. Για νεότερους όρους, λόγιο ενδογενές δάνειο: -phonia (γαλλικά phonie, αγγλικά -phony)[1]

  ΕπίθημαΕπεξεργασία

-φωνία θηλυκό

ΣύνθεταΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

και δείτε τη λέξη φωνή

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία



Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

-φωνία < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική -φωνία

  ΕπίθημαΕπεξεργασία

-φωνία θηλυκό

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

και δείτε τη λέξη φωνή



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική -φωνί αἱ -φωνίαι
      γενική τῆς -φωνίᾱς τῶν -φωνιῶν
      δοτική τῇ -φωνί ταῖς -φωνίαις
    αιτιατική τὴν -φωνίᾱν τὰς -φωνίᾱς
     κλητική ! -φωνί -φωνίαι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  -φωνί
γεν-δοτ τοῖν  -φωνίαιν
Το δίχρονο φωνήεν της παραλήγουσας είναι βραχύ.
1η κλίση, ομάδα 'χώρα', Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

-φωνία < φων(έω, ῶ) + -ία

  ΕπίθημαΕπεξεργασία

-φωνία θηλυκό

ΣύνθεταΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

και δείτε τη λέξη φωνή