Δείτε επίσης: Χήρα

Ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η χήρα οι χήρες
      γενική της χήρας των χηρών
    αιτιατική τη χήρα τις χήρες
     κλητική χήρα χήρες
Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

χήρα < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική χήρα

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈçi.ɾa/
τυπογραφικός συλλαβισμός: χή‐ρα
ομόηχο: χείρα

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

χήρα θηλυκό

  1. γυναίκα που έχει πεθάνει ο νόμιμος σύζυγός της και δεν έχει παντρευτεί
  2. (σπάνιο) η ζωντοχήρα

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc)Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

χήρα < επίθετο χῆρος, -α, -ον (ο στερημένος από κάτι, ο έρημος, ελληνιστική σημασία: εκείνος που έχασε τη γυναίκα του)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

χήρα θηλυκό ( & ιωνικός τύποςχήρη)

  • γυναίκα χωρίς άνδρα, που ο σύζυγος είναι νεκρός
μήτηρ χήρα

  Κλιτικός τύπος επιθέτουΕπεξεργασία

χήρα, θηλυκό του χῆρος που σημαίνει το στερημένο

  1. η στερημένη, η κενή,
    χήρα εὐνή (το κενό συζυγικό κρεβάτι)
  2. στερημένη συζύγου
    χῆραι γυναῖκες'
  3. φαγητό χωρίς σάλτσα (έννοια της μεταγενέστερης ελληνικής) όπως λέμε σήμερα καμιά φορά ορφανή τη μακαρονάδα χωρίς κιμά

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΠηγέςΕπεξεργασία