Δείτε επίσης: σειριακός, σερραϊκός
↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο σειραϊκός η σειραϊκή το σειραϊκό
      γενική του σειραϊκού της σειραϊκής του σειραϊκού
    αιτιατική τον σειραϊκό τη σειραϊκή το σειραϊκό
     κλητική σειραϊκέ σειραϊκή σειραϊκό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι σειραϊκοί οι σειραϊκές τα σειραϊκά
      γενική των σειραϊκών των σειραϊκών των σειραϊκών
    αιτιατική τους σειραϊκούς τις σειραϊκές τα σειραϊκά
     κλητική σειραϊκοί σειραϊκές σειραϊκά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία

επεξεργασία
σειραϊκός < σειρά + -ικός, (μεταφραστικό δάνειο) αγγλική serial από τη σημασία για τη μουσική

  Προφορά

επεξεργασία
ΔΦΑ : /si.ɾa.iˈkos/

  Επίθετο

επεξεργασία

σειραϊκός, -ή, -ό

  • που γίνεται με μια σειρά ή αναφέρεται σ’ αυτή
  1. (τεχνολογία)
    1. που χαρακτηρίζει ενέργειες που γίνονται κατά σειρά, όπου η μία ξεκινά όταν έχει ολοκληρωθεί η προηγούμενη
      σειραϊκή θύρα, σειραϊκή σύνδεση, σειραϊκοί αριθμοί
       αντώνυμα: παράλληλος
    2. (πληροφορική) η δομή δεδομένων (data structure) που περιέχει συλλογή στοιχείων (ή αντικειμένων) σε συγκεκριμένη σειρά, όπως ο πίνακας (array), η λίστα (list), η πλειάδα (tuple), η συμβολοσειρά (string), κλπ
    σειριακός (σε συχνή προφορική και γραπτή χρήση, αντί του σειραϊκός)
  2. (μουσική) που δημιουργείται βασισμένη σε συγκεκριμένη σειρά ή διάταξη φθόγγων (ή και ρυθικών ή δυναμικών στοιχείων) της επιλογής του συνθέτη (και όχι σε κάποια γνωστή σειρά φθόγγων της

Συγγενικά

επεξεργασία

μουσικοί όροι

  Μεταφράσεις

επεξεργασία