Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο ρωμαλέος η ρωμαλέα το ρωμαλέο
      γενική του ρωμαλέου της ρωμαλέας του ρωμαλέου
    αιτιατική τον ρωμαλέο τη ρωμαλέα το ρωμαλέο
     κλητική ρωμαλέε ρωμαλέα ρωμαλέο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι ρωμαλέοι οι ρωμαλέες τα ρωμαλέα
      γενική των ρωμαλέων των ρωμαλέων των ρωμαλέων
    αιτιατική τους ρωμαλέους τις ρωμαλέες τα ρωμαλέα
     κλητική ρωμαλέοι ρωμαλέες ρωμαλέα
Κατηγορία όπως «ωραίος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ρωμαλέος < αρχαία ελληνική ῥωμαλέος < ῥώμη

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ɾo.maˈle.os/ αρσενικό
ΔΦΑ : /ɾo.maˈle.a/ θηλυκό
ΔΦΑ : /ɾo.maˈle.o/ ουδέτερο

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ρωμαλέος

  1. που έχει μεγάλη σωματική δύναμη
     συνώνυμα: γερός, δυνατός, εύρωστος, στιβαρός, σφριγηλός
     αντώνυμα: αδύναμος, ασθενικός, καχεκτικός
  2. (μεταφορικά) που χαρακτηρίζεται από δύναμη και συνοχή

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία