↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο πωγωνοφόρος η πωγωνοφόρα το πωγωνοφόρο
      γενική του πωγωνοφόρου της πωγωνοφόρας του πωγωνοφόρου
    αιτιατική τον πωγωνοφόρο την πωγωνοφόρα το πωγωνοφόρο
     κλητική πωγωνοφόρε πωγωνοφόρα πωγωνοφόρο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι πωγωνοφόροι οι πωγωνοφόρες τα πωγωνοφόρα
      γενική των πωγωνοφόρων των πωγωνοφόρων των πωγωνοφόρων
    αιτιατική τους πωγωνοφόρους τις πωγωνοφόρες τα πωγωνοφόρα
     κλητική πωγωνοφόροι πωγωνοφόρες πωγωνοφόρα
ομάδα 'ωραίος', Κατηγορία όπως «ωραίος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία

επεξεργασία
πωγωνοφόρος < (ελληνιστική κοινήπωγωνοφόρος < πώγων + -ο- + -φόρος

  Επίθετο

επεξεργασία

πωγωνοφόρος, -α, -ο

  1. (λόγιο) γενειοφόρος, που φέρει πώγωνα
  2. (ζωολογία) (ουσιαστικοποιημένο) πωγωνοφόρα: είδος θαλάσσιων ασπόνδυλων οργανισμών

Συγγενικά

επεξεργασία

  Μεταφράσεις

επεξεργασία



→ γένη αρσενικό & θηλυκό ουδέτερο
↓ πτώσεις       ενικός      
ονομαστική / πωγωνοφόρος τὸ πωγωνοφόρον
      γενική τοῦ/τῆς πωγωνοφόρου τοῦ πωγωνοφόρου
      δοτική τῷ/τῇ πωγωνοφόρ τῷ πωγωνοφόρ
    αιτιατική τὸν/τὴν πωγωνοφόρον τὸ πωγωνοφόρον
     κλητική ! πωγωνοφόρε πωγωνοφόρον
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ/αἱ πωγωνοφόροι τὰ πωγωνοφόρ
      γενική τῶν πωγωνοφόρων τῶν πωγωνοφόρων
      δοτική τοῖς/ταῖς πωγωνοφόροις τοῖς πωγωνοφόροις
    αιτιατική τοὺς/τὰς πωγωνοφόρους τὰ πωγωνοφόρ
     κλητική ! πωγωνοφόροι πωγωνοφόρ
    δυϊκός  
ονομ-αιτ-κλ τὼ πωγωνοφόρω τὼ πωγωνοφόρω
      γεν-δοτ τοῖν πωγωνοφόροιν τοῖν πωγωνοφόροιν
2η κλίση, Κατηγορία 'δύσκολος' όπως «τοξοβόλος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

ζητούμενο λήμμα