Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο ασπόνδυλος η ασπόνδυλη το ασπόνδυλο
      γενική του ασπόνδυλου της ασπόνδυλης του ασπόνδυλου
    αιτιατική τον ασπόνδυλο την ασπόνδυλη το ασπόνδυλο
     κλητική ασπόνδυλε ασπόνδυλη ασπόνδυλο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι ασπόνδυλοι οι ασπόνδυλες τα ασπόνδυλα
      γενική των ασπόνδυλων των ασπόνδυλων των ασπόνδυλων
    αιτιατική τους ασπόνδυλους τις ασπόνδυλες τα ασπόνδυλα
     κλητική ασπόνδυλοι ασπόνδυλες ασπόνδυλα
Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ασπόνδυλος < α- + σπόνδυλος ((μεταφραστικό δάνειο) (γαλλικά) invertébré)

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ασπόνδυλος

  1. (ζωολογία) χωρίς σπονδυλική στήλη
    Αντώνυμα: σπονδυλωτός
  2. (ουσιαστικοποιημένο) (ουδέτερο, μόνο στον πληθυντικό) (ζωολογία) ασπόνδυλα: ζώα τα οποία δεν διαθέτουν σπονδυλική στήλη. Πρόκειται για το 97% των ειδών των ζώων.
    Αντώνυμα: σπονδυλωτά
  3. (ουσιαστικοποιημένο) (ουδέτερο, μόνο στον ενικό) ασπόνδυλο: (μεταφορικά) (μειωτικό) αρνητικός χαρακτηρισμός χαμερπή ή δειλού ανθρώπου
    Συνώνυμα: αναξιοπρεπής, δειλός, δουλοπρεπής, χαμερπής
  4. (μεταφορικά) χωρίς συνοχή και οργάνωση
    Συνώνυμα: ανοργάνωτος, διαλυμένος

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία