Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική χαμερπής χαμερπής χαμερπές
γενική χαμερπούς χαμερπούς χαμερπούς
αιτιατική χαμερπή χαμερπή χαμερπές
κλητική χαμερπή(ής) χαμερπής χαμερπές
πτώση πληθυντικός
ονομαστική χαμερπείς χαμερπείς χαμερπή
γενική χαμερπών χαμερπών χαμερπών
αιτιατική χαμερπείς χαμερπείς χαμερπή
κλητική χαμερπείς χαμερπείς χαμερπή

  Ετυμολογία Επεξεργασία

χαμερπής < αρχαία ελληνική χαμερπής

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

χαμερπής ποταπός, τιποτένιος

«κράσπεδα και δάπεδα τουρκικώ τω έθει καταφιλούντες», Ιωάννης Φιλήμων «Δοκίμιον ιστορικόν περί της Φιλικής Εταιρείας» 1834

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

χαμερπής < χαμαί + ἕρπω

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

χαμερπής

  1. που σέρνεται στη γη
    χαμερπές ζῷον