↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο σπονδυλωτός η σπονδυλωτή το σπονδυλωτό
      γενική του σπονδυλωτού της σπονδυλωτής του σπονδυλωτού
    αιτιατική τον σπονδυλωτό τη σπονδυλωτή το σπονδυλωτό
     κλητική σπονδυλωτέ σπονδυλωτή σπονδυλωτό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι σπονδυλωτοί οι σπονδυλωτές τα σπονδυλωτά
      γενική των σπονδυλωτών των σπονδυλωτών των σπονδυλωτών
    αιτιατική τους σπονδυλωτούς τις σπονδυλωτές τα σπονδυλωτά
     κλητική σπονδυλωτοί σπονδυλωτές σπονδυλωτά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία

επεξεργασία
σπονδυλωτός (μαρτυρείται από το 1873)[1] < σπόνδυλ(ος) + -ωτός, (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική vertébré)[2]

  Επίθετο

επεξεργασία

σπονδυλωτός, -ή, -ό

  1. (ανατομία) που αποτελείται από σπονδύλους
  2. (μεταφορικά) (για θεατρικό, κινηματογραφικό κτλ. έργο) που απαρτίζεται από αυτοτελή μέρη με εσωτερική συνοχή και συνάφεια
  3. (το ουδέτερο ως ουσιαστικό) → δείτε το λήμμα σπονδυλωτά

Συγγενικά

επεξεργασία

  Μεταφράσεις

επεξεργασία

  Αναφορές

επεξεργασία
  1. σελ. 920, Τόμος Β΄ - Κουμανούδης, Στέφανος Αθ. (1900) Συναγωγή νέων λέξεων υπό των λογίων πλασθεισών από της Αλώσεως μέχρι των καθ’ ημάς χρόνων. Τόμοι: 2 (Εισαγωγή,@anemi). Εν Αθήναις: Τύποις Π. Δ. Σακελλαρίου
  2. σπονδυλωτός - Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.