Ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο πλεκτός η πλεκτή το πλεκτό
      γενική του πλεκτού της πλεκτής του πλεκτού
    αιτιατική τον πλεκτό την πλεκτή το πλεκτό
     κλητική πλεκτέ πλεκτή πλεκτό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι πλεκτοί οι πλεκτές τα πλεκτά
      γενική των πλεκτών των πλεκτών των πλεκτών
    αιτιατική τους πλεκτούς τις πλεκτές τα πλεκτά
     κλητική πλεκτοί πλεκτές πλεκτά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πλεκτός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική πλεκτός < πλέκ(ω) + επίθημα ρηματικού επιθέτου. Συγκρίνετε με το πλεχτός.

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /pleˈktos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: πλε‐κτός

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

πλεκτός, -ή, -ό

  1. που έχει πλεχτεί, που δημιουργήθηκε με πλέξιμο
  2. (ουσιαστικοποιημένο) πλεκτό

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Πολυλεκτικοί όροιΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc)Επεξεργασία

γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
↓ πτώσεις       ενικός      
ονομαστική πλεκτός πλεκτή τὸ πλεκτόν
      γενική τοῦ πλεκτοῦ τῆς πλεκτῆς τοῦ πλεκτοῦ
      δοτική τῷ πλεκτ τῇ πλεκτ τῷ πλεκτ
    αιτιατική τὸν πλεκτόν τὴν πλεκτήν τὸ πλεκτόν
     κλητική ! πλεκτέ πλεκτή πλεκτόν
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ πλεκτοί αἱ πλεκταί τὰ πλεκτᾰ́
      γενική τῶν πλεκτῶν τῶν πλεκτῶν τῶν πλεκτῶν
      δοτική τοῖς πλεκτοῖς ταῖς πλεκταῖς τοῖς πλεκτοῖς
    αιτιατική τοὺς πλεκτούς τὰς πλεκτᾱ́ς τὰ πλεκτᾰ́
     κλητική ! πλεκτοί πλεκταί πλεκτᾰ́
    δυϊκός  
ονομ-αιτ-κλ τὼ πλεκτώ τὼ πλεκτᾱ́ τὼ πλεκτώ
      γεν-δοτ τοῖν πλεκτοῖν τοῖν πλεκταῖν τοῖν πλεκτοῖν
2&1η κλίση, Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πλεκτός < πλέκ(ω) + επίθημα ρηματικού επιθέτου

ζητούμενο λήμμα

  ΠηγέςΕπεξεργασία