Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ελληνιστική λέξη < πρόθημα παρα- + ουσιαστικό τόλμη

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

παράτολμος

  • αυτός που είναι έτοιμος να διακινδυνεύσει, αυτός που δείχνει υπερβολική τόλμη
  • αυτός που απαιτεί υπερβολική τόλμη
παράτολμη ενέργεια

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία