Ελληνικά (el) Επεξεργασία

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η μαγεία οι μαγείες
      γενική της μαγείας των μαγειών
    αιτιατική τη μαγεία τις μαγείες
     κλητική μαγεία μαγείες
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μαγεία < ελληνιστική κοινή μαγεία (αρχαία σημασία: θεολογία των Μάγων)[1] < Μάγος < αρχαία περσική (πβ. αρχαία περσικά maγu-) < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *meh₂gʰ- ‎(ικανός, δυνατός, βοηθητικός, μάγος)
για κάτι πολύ όμορφο < λόγιο ενδογενές δάνειο: (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική magie < ελληνιστική κοινή μαγεία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /maˈʝι.a/
παρώνυμα: μαγιά, μάγια
συλλαβισμός: μα‐γεί‐α

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μαγεία θηλυκό

  1. η επίκληση υπερφυσικών δυνάμεων (π.χ. με ξόρκια ή παρασκευή φίλτρων) προκειμένου να συμβεί κάτι που παραβιάζει τους φυσικούς νόμους
    • η θρησκεία και όλες οι δοξασίες που περικλύει για τον αντιμεταφυσικό (μη αρεστή ερμηνεία από πιστεύοντες λεξικογράφους, σαφώς υπαρκτή)
  2. μια συγκεκριμένη τέτοια ενέργεια, τα μάγια
  3. (μεταφορικά) η γοητεία που ασκεί πάνω μας κάποιος ή κάτι λόγω της ομορφιάς του ή άλλων χαρισμάτων του
  4. κάτι πάρα πολύ όμορφο, που μας μαγεύει
    η θάλασσα χτες ήταν σκέτη μαγεία

μερική συνωνυμίαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • μαύρη μαγεία
  • ομοιοπαθητική μαγεία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία