Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

  1. μάγια < μεσαιωνική ελληνική < ελληνιστική κοινή επίθετο μάγιος < μάγος
  2. μάγια < Maya (ινδιάνικη φυλή της Κεντρικής Αμερικής)
  3. μάγια < γαλλική

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈma.ʝa/
τονικό παρώνυμο: μαγιά
παρώνυμο: μαγεία
συλλαβισμός: μά‐για

  Ουσιαστικό 1Επεξεργασία

μάγια ουδέτερο, μόνο στον πληθυντικό, χωρίς γενική

  1. η μαγική ενέργεια που στρέφεται προς κάποιον ή κάτι
  2. (κατ’ επέκταση) η μαγεία
  3. (μεταφορικά) η μαγεία, η γοητεία, η ομορφιά, τα θέλγητρα

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • κάνω μάγια: ασκώ τη μαγεία και τη χρησιμοποιώ για να μαγέψω κάποιον, να τον βλάψω ή να τον θέσω υπό τον έλεγχό μου · (μεταφορικά) γοητεύω
  • δένω με μάγια: μαγεύω κάποιον
  • λύνω τα μάγια: ενεργώ ώστε να πάψει να υφίσταται μαγική επίδραση πάνω σε κάποιον ή σε κάτι

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  Ουσιαστικό 2Επεξεργασία

μάγια ουδέτερο, μόνο στον πληθυντικό άκλιτο

  1. γλώσσα των Ινδιάνων Μάγια που ζουν στο Μεξικό (μάγια του Γιουκατάν) ή στη Γουατεμάλα (Κιτσέ)

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  Ουσιαστικό 3Επεξεργασία

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η μάγια οι μάγιες
      γενική της μάγιας
    αιτιατική τη μάγια τις μάγιες
     κλητική μάγια μάγιες
Η γενική πληθυντικού -ών δεν συνηθίζεται.
Παράρτημα

μάγια θηλυκό

  1. φόρμα που φορούν οι χορευτές

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία