Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η μαγγανεία οι μαγγανείες
      γενική της μαγγανείας των μαγγανειών
    αιτιατική τη μαγγανεία τις μαγγανείες
     κλητική μαγγανεία μαγγανείες
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μαγγανεία < αρχαία ελληνική μαγγανεία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μαγγανεία θηλυκό

  1. είδος μαγείας για την επίτευξη κακοποιού σκοπού

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μαγγανεία < μαγγανεύω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μαγγανεία θηλυκό

  1. μαγεία
  2. (ειδικότερα) μαγεία με τη χρήση μαγικών φίλτρων και ποτών