Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μάνα μάνες
& μανάδες
γενική μάνας μανάδων
αιτιατική μάνα μάνες
& μανάδες
κλητική μάνα μάνες
& μανάδες

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μάνα < μεσαιωνική ελληνική μάνα / μάννα < μάμμα < αρχαία ελληνική μάμμη

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μάνα θηλυκό

  1. (οικείο) μητέρα
  2. (μεταφορικά) η ξύλινη βάση του χαρταετού
  3. (μεταφορικά) παίκτης με κεντρικό ή ιδιαίτερο ρόλο σε διάφορα παιχνίδια
  4. (μεταφορικά) (τάβλι) η θέση από όπου "ξεκινάει" κάποιος (στα περισσότερα παιχνίδια)

Εναλλακτικές μορφέςΕπεξεργασία

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

Παράγωγες λέξειςΕπεξεργασία

-μάνα

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία