Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική μανίτσα
γενική μανίτσας
αιτιατική μανίτσα
κλητική μανίτσα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μανίτσα < υποκοριστικό του μάνα

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μανίτσα θηλυκό

  1. τρυφερή έκφραση για τη μητέρα
    Μανίτσα θέλω κι άλλο γλυκό
  2. προσφώνηση φίλης, συναδέλφου κ.λπ., όχι απαραίτητα όμως τρυφερός
    Σου είπα να μην το κάνεις έτσι μανίτσα μου, τώρα πρέπει να το ξαναφτιάξεις απ' την αρχή
  3. γλυκόλογο στην σύζυγο, ερωμένη ή, υποτίθεται και ως κοπλιμέντο, σε άγνωστη γυναίκα

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία