Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

σταυρομάνα < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

σταυρομάνα θηλυκό

  1. → λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί)


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία