Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μάμμη < αρχαία ελληνική μάμμη

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μάμμη θηλυκό

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία


Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μάμμη < ηχοποιητική λέξη από τα φωνήματα του βρέφους

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μάμμη θηλυκό και μάμμα

  1. παιδική λέξη για τη μητέρα
  2. ο μητρικός μαστός
  3. η γιαγιά, συνώνυμο: προμήτωρ
  4. ηλικιωμένη γυναίκα

  ΣύνθεταΕπεξεργασία

  ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • μαμμᾶν αἰτεῖν : ζητάει να φάει (το βρέφος)