Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μαμμάκυθος < μάμμη και ἄκ ή ἄκυθος

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μαμμάκυθος αρσενικό

  1. ο μαμμόθρεφτος
  2. ο ανόητος
  3. ρόλος σε έργο του Αριστοφάνη και πιθανόν τίτλος χαμένης κωμωδίας του Μεταγένη ή άλλου -αναφέρεται πάντως στο Βυζαντινό Λεξικό του Σουίδα ή Σούδα μεταξύ των έργων του Μεταγένη και οι ειδικοί γνωρίζουν ότι κάποια από τα αναφερόμενα δεν ευσταθούν:
    Αὖραι, Μαμμάκυθος, Θουριοπέρσαι, Φιλοθύτης, Ὅμηρος ἢ Ἀσκηταί