Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

< → δείτε τις λέξεις: όπως, γέννησε και μάνα

  ΈκφρασηΕπεξεργασία

όπως τον γέννησε η μάνα του

  1. χωρίς ένδυση
  2. απόλυτη γύμνια
* "γδύθηκε κι άρχισε να τρέχει στο δρόμο όπως τον γέννησε η μάνα του"

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  1. τσιτσίδι, ολόγυμνος
  2. με αδαμιαία περιβολή


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία