Ελληνικά (el) Επεξεργασία

 
Παραδοσιακός ελληνικός χαρταετός που πετά σε μεγάλο ύψος
     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο χαρταετός οι χαρταετοί
      γενική του χαρταετού των χαρταετών
    αιτιατική τον χαρταετό τους χαρταετούς
     κλητική χαρταετέ χαρταετοί
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

χαρταετός < χαρτο- + αετός

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

χαρταετός αρσενικό

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία