Δείτε επίσης: λότος
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο λωτός οι λωτοί
      γενική του λωτού των λωτών
    αιτιατική τον λωτό τους λωτούς
     κλητική λωτέ λωτοί
Κατηγορία όπως «ναός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
 
Λωτοί, καρποί του φυτού Διόσπυρος και συγκεκριμένα του Diospyros kaki

  Ετυμολογία

επεξεργασία
λωτός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική λωτός & νεολατινική lotus < αρχαία ελληνική λωτός[1]

  Προφορά

επεξεργασία
ΔΦΑ : /loˈtos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: λω‐τός

  Ουσιαστικό

επεξεργασία

λωτός αρσενικό

  1. (φυτό) γένος Lotus των ψυχανθών που περιλαμβάνει περίπου 100 ποώδη ή θαμνώδη πολύ διαδεδομένα φυτά, με κίτρινα (κυρίως), κόκκινα ή λευκά άνθη
  2. (φρούτο) ο καρπός του φυτού Diospyros lotus, και γενικά όλων των ειδών του γένους Diospyros, ο οποίος έχει σχεδόν σφαιρικό σχήμα, πορτοκαλί έως κόκκκινο χρώμα και στυφή γεύση, μόλις κοπεί από το δέντρο. Αν αφεθεί μερικές μέρες, γίνεται γλυκός και ζουμερός
  3. (ελληνική μυθολογία) καρπός που κάνει όποιον τον φάει να περνά στον κόσμο της λησμονιάς και της ονειροπόλησης. Αναφέρεται στην Οδύσσεια.

Συγγενικά

επεξεργασία

Δείτε επίσης

επεξεργασία

  Μεταφράσεις

επεξεργασία

  Αναφορές

επεξεργασία



↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική λωτός οἱ λωτοί
      γενική τοῦ λωτοῦ τῶν λωτῶν
      δοτική τῷ λωτ τοῖς λωτοῖς
    αιτιατική τὸν λωτόν τοὺς λωτούς
     κλητική ! λωτέ λωτοί
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  λωτώ
γεν-δοτ τοῖν  λωτοῖν
2η κλίση, Κατηγορία 'ναός' όπως «ναός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

ζητούμενο λήμμα