Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική κομπορρήμων /
κομπορρήμονας
κομπορρήμων κομπορρήμον
γενική κομπορρήμονος /
κομπορρήμονα
κομπορρήμονος κομπορρήμονος
αιτιατική κομπορρήμονα κομπορρήμονα κομπορρήμον
κλητική κομπορρήμων κομπορρήμων κομπορρήμον
πτώση πληθυντικός
ονομαστική κομπορρήμονες κομπορρήμονες κομπορρήμονα
γενική κομπορρημόνων κομπορρημόνων κομπορρημόνων
αιτιατική κομπορρήμονες κομπορρήμονες κομπορρήμονα
κλητική κομπορρήμονες κομπορρήμονες κομπορρήμονα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κομπορρήμων < (διαχρονικό) μεσαιωνική ελληνική κομπορρήμων

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /kom.boˈɾi.mon/
τυπογραφικός συλλαβισμός: κο‐μπορ‐ρή‐μων
παλαιός συλλαβισμός: κομ‐πορ‐ρή‐μων

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

κομπορρήμων, -ων, -ον

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία