Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η κομπορρημοσύνη οι κομπορρημοσύνες
      γενική της κομπορρημοσύνης των (κομπορρημοσυνών)
    αιτιατική την κομπορρημοσύνη τις κομπορρημοσύνες
     κλητική κομπορρημοσύνη κομπορρημοσύνες
όπως «σκόνη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κομπορρημοσύνη < (διαχρονικό) μεσαιωνική ελληνική κομπορρημοσύνη < κόμπος ( > κομπάζω) + ῥῆμα (λόγος)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κομπορρημοσύνη θηλυκό

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία