Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ελπιδοφόρος < ελληνιστική κοινή ἐλπιδοφόρος (< ἐλπίς + φέρω)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ɛl.pi.ðɔ.ˈfɔ.ɾɔs/

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ελπιδοφόρος -α -ο

ελπιδοφόρα προοπτική
Ο Κνουτ Μούλερ-Νίλσεν από την Αστυνομία του Μπέργεν του είχε πει ότι η Κατρίνε ήταν μια από τις πιο ελπιδοφόρες ντετέκτιβ της Υπηρεσίας, ένα ανερχόμενο αστέρι.

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία