Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο δηλητηριώδης η δηλητηριώδης το δηλητηριώδες
      γενική του δηλητηριώδους της δηλητηριώδους του δηλητηριώδους
    αιτιατική τον δηλητηριώδη τη δηλητηριώδη το δηλητηριώδες
     κλητική δηλητηριώδη(ς) δηλητηριώδης δηλητηριώδες
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι δηλητηριώδεις οι δηλητηριώδεις τα δηλητηριώδη
      γενική των δηλητηριωδών των δηλητηριωδών των δηλητηριωδών
    αιτιατική τους δηλητηριώδεις τις δηλητηριώδεις τα δηλητηριώδη
     κλητική δηλητηριώδεις δηλητηριώδεις δηλητηριώδη
Κατηγορία όπως «ελώδης» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

δηλητηριώδης < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή δηλητηριώδης, σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική vénéneux και délétère < αρχαία ελληνική δηλητήριος[1]

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

δηλητηριώδης, -ης, -ες

  1. που περιέχει ή ρίχνει δηλητήριο
    δηλητηριώδη μανιτάρια, δηλητηριώδη φίδια
  2. (μεταφορικά) που είναι γεμάτος κακία, μίσος
    δηλητηριώδη σχόλια

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

δηλητηριώδης < δηλητήρ < δηλέομαι (βλάπτω)

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

δηλητηριώδης, -ης, -ες

  ΠηγέςΕπεξεργασία