Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο φαρμακερός η φαρμακερή το φαρμακερό
      γενική του φαρμακερού της φαρμακερής του φαρμακερού
    αιτιατική τον φαρμακερό τη φαρμακερή το φαρμακερό
     κλητική φαρμακερέ φαρμακερή φαρμακερό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι φαρμακεροί οι φαρμακερές τα φαρμακερά
      γενική των φαρμακερών των φαρμακερών των φαρμακερών
    αιτιατική τους φαρμακερούς τις φαρμακερές τα φαρμακερά
     κλητική φαρμακεροί φαρμακερές φαρμακερά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

φαρμακερός < φαρμάκι + -ερός

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

φαρμακερός, -ή, -ό

  1. δηλητηριώδης
    ※  Δεν ξέρω πώς είχα καταφέρει μόνος μου να γνωρίζω τα καλά χόρτα από τα κακά, τα φαρμακερά από τ' αθώα, θυμάμαι ακόμα πως έτρωγα και τα γαϊδουράγκαθα. (Παύλος Νιρβάνας Πρώτη αγάπη [διήγημα])
  2. αιχμηρός, δηκτικός, κακός
    φαρμακερά σχόλια
  3. δριμύς
    φαρμακερό κρύο

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία