Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η γούνα οι γούνες
      γενική της γούνας
    αιτιατική τη γούνα τις γούνες
     κλητική γούνα γούνες
Η γενική πληθυντικού σε -ών δεν συνηθίζεται.
Κατηγορία όπως «πείνα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

γούνα < μεσαιωνική ελληνική γούνα < υστερολατινική gunna

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

γούνα θηλυκό

  1. το πλούσιο και απαλό τρίχωμα μερικών ζώων
  2. ρούχο από γούνα ζώου, γουναρικό

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία