Δείτε επίσης: γέρρον

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

γέρων < αρχαία ελληνική γέρων

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

γέρων αρσενικό



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Δυικός Πληθυντικός
Ονομαστική γέρων γέροντε γέροντες
Γενική γέροντος γερόντοιν γερόντων
Δοτική γέροντι γερόντοιν γέρουσι
Αιτιατική γέροντα γέροντε γέροντας
Κλητική γέρον γέροντε γέροντες

  Ετυμολογία Επεξεργασία

γέρων < ινδοευρωπαϊκή ρίζα *ǵerh₂-. Συγγενές με το (σανσκριτικά) जरन्त (járanta) και το (παλαιά αρμενικά) ծեր (cer)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

γέρων αρσενικό


Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία