Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αγκύλη < αρχαία ελληνική ἀγκύλη < ἀγκύλος

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αγκύλη θηλυκό

  1. (τυπογραφία) το σύμβολο [ ή και το σύμβολο ] (η τετράγωνη παρένθεση ή η τετράγωνη αγκύλη)
  2. (κανονικές εκφράσεις) για τη χρήση του ζεύγους [...] δείτε square bracket

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία