Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική αβάγιστος αβάγιστη αβάγιστο
γενική αβάγιστου αβάγιστης αβάγιστου
αιτιατική αβάγιστο αβάγιστη αβάγιστο
κλητική αβάγιστε αβάγιστη αβάγιστο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αβάγιστοι αβάγιστες αβάγιστα
γενική αβάγιστων αβάγιστων αβάγιστων
αιτιατική αβάγιστους αβάγιστες αβάγιστα
κλητική αβάγιστοι αβάγιστες αβάγιστα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αβάγιστος < α- (στερητικό) + βαγίζω

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

αβάγιστος, -η, -ο

  1. που δεν λυγίζει
     συνώνυμα: άκαμπτος, αλύγιστος
    αυτό το κλαδί είναι αβάγιστο
  2. (μεταφορικά) που δεν αλλάζει γνώμη, που δεν μεταπείθεται
     συνώνυμα: άκαμπτος, αμετάπειστος, άτεγκτος, ισχυρογνώμονας, ξεροκέφαλος, πεισματάρης, σκληρός

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία