Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

βαγίζω < βάγιο + -ίζω

  ΡήμαΕπεξεργασία

βαγίζω

  1. (μεταβατικό) λυγίζω
     συνώνυμα: κάμπτω
  2. (μέσο) (κυρίως για δέντρα) λυγίζω (από τους πολλούς καρπούς)
  3. (μεταφορικά) (κυρίως για άνθρωπο) λυγίζω (από τα γερατιά)
     συνώνυμα: βαραίνω, γέρνω

ΚλίσηΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία