Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ρηματικός τύποςΕπεξεργασία

κάμπτομαι

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κάμπτομαι < παθητική φωνή του ρήματος κάμπτω

  ΡήμαΕπεξεργασία

κάμπτομαι

  1. κάμπτομαι, κυρτούμαι
  2. παρασύρομαι

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία