Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Κλιτικός τύπος επιθέτουΕπεξεργασία

αβάγιστων

  1. αβάγιστος, στη γενική του πληθυντικού
  2. αβάγιστη, στη γενική του πληθυντικού
  3. αβάγιστο, στη γενική του πληθυντικού