Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο/η έποικος οι έποικοι
      γενική του/της
του
εποίκου
έποικου
των εποίκων
    αιτιατική τον/την έποικο τους/τις
τους
εποίκους
έποικους
     κλητική έποικε έποικοι
Οι δεύτεροι τύποι, μόνον για το αρσενικό.
όπως «κάτοικος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

έποικος < (επί) έπ- + οίκος • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;  

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

έποικος αρσενικό ή θηλυκό

  1. αυτός που έχει έρθει και εγκατασταθεί σε άλλη χώρα από τη δική του, ιδιαίτερα σε μια προσπάθεια που οργανώνεται από ένα κράτος και αποσκοπεί στην αλλαγή της πληθυσμιακής σύνθεσης μιας περιοχής
    η τουρκική κυβέρνηση έφερε και εγκατέστησε εποίκους από την Ανατολία στην κατεχόμενη Βόρεια Κύπρο
    η ισραηλινή κυβέρνηση αποφάσισε να ιδρυθούν νέοι συνοικισμοί εποίκων στη Δυτική Όχθη
    δείτε τη λέξη  άποικος


Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία