Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο άσος οι άσοι
      γενική του άσου των άσων
    αιτιατική τον άσο τους άσους
     κλητική άσε άσοι
Κατηγορία όπως «δρόμος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

άσος < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

άσος αρσενικό

  1. ο αριθμός 1
  2. το φύλλο της τράπουλας με το γράμμα Α
  3. άτομο με πολύ μεγάλες ικανότητες σε έναν τομέα
  4. επίτευξη πόντου από παίκτη στο τένις με απευθείας εκτέλεση σερβίς, χωρίς ο αντίπαλος να επιτύχει να αντικρούσει την μπάλα

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • ένας άσος στο μανίκι ή ένα κρυμμένος άσος: ένα πλεονέκτημα που κρατιέται κρυφό για να εμφανιστεί την κατάλληλη στιγμή και να αιφνιδιάσει έναν αντίπαλο, ή να αποκτηθεί ο έλεγχος μιας κατάστασης.
  • μένω στον άσο: αποτυγχάνω και πρέπει να ξαναρχίσω από την αρχή

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία