Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο άσσος οι άσσοι
      γενική του άσσου των άσσων
    αιτιατική τον άσσο τους άσσους
     κλητική άσσε άσσοι
Κατηγορία όπως «δρόμος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈa.sos/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

άσσος αρσενικό ή άσος

  • δείτε τη λέξη  άσος

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία