Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο άπιστος η άπιστη το άπιστο
      γενική του άπιστου της άπιστης του άπιστου
    αιτιατική τον άπιστο την άπιστη το άπιστο
     κλητική άπιστε άπιστη άπιστο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι άπιστοι οι άπιστες τα άπιστα
      γενική των άπιστων των άπιστων των άπιστων
    αιτιατική τους άπιστους τις άπιστες τα άπιστα
     κλητική άπιστοι άπιστες άπιστα
Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

άπιστος < αρχαία ελληνική ἄπιστος

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈa.pi.stos/

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

άπιστος, -η, -ο

  1. που δεν πιστεύει, δεν έχει θρησκευτική πίστη
  2. (ειδικότερα) (παρωχημένο) που δεν πιστεύει στον Χριστό
     συνώνυμα: αντίχριστος
  3. που δε σέβεται το συζυγικό βίο και συνευρίσκεται (ερωτικά) με άλλα άτομα
  4. που δεν του έχουν εμπιστοσύνη
     συνώνυμα: αναξιόπιστος

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • άπιστος Θωμάς: που πιστεύει κάτι μόνο αν το έχει δει με τα ίδια του τα μάτια

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία