Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

δύσπιστος < ελληνιστική κοινή δύσπιστος < δυσ- + πίστις

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

δύσπιστος, -η, -ο

  1. που δεν πιστεύει εύκολα κάτι χωρίς αποδείξεις

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

ΑντώνυμαΕπεξεργασία


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία